Ξύπνησα στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου από μια κόρνα που μπούκαρε απρόσκλητη από το μισόκλειστο παράθυρο. Έπαιρνε να ξημερώσει και τα ηλεκτρικά φώτα της εθνικής ακόμαν φώτιζαν την άσφαλτο. Παραμέρισα το σλιπινγκ μπαγκ και βγήκα έξω στο παρκινγκ. Χρειαζόμουν έναν καφέ να διώξει εκείνη τη γλυφή γεύση στο στόμα. Αρκέστηκα στο τελευταίο Λάκυ Στράικ που βρέθηκε σ’ ένα πακέτο ξεχασμένο στο ντουλαπάκι.
Στη δεύτερη τζούρα το στομάχι τουμπάνιασε. Έσκυψα πάνω από τις προστατευτικές μπάρες και ξέρασα τη χολή μου. Όπως και πριν δυο χρόνια, ένοιωθα λες και κάποιος ξερίζωνε έναν αθάνατο μέσ’ απ’ τον λαιμό μου. Μόνο που τότε ήμουν σκυμμένος πάνω από την λεκάνη της τουαλέτας στο γραφείο ενώ τώρα…
~ ~ ~
Αγνάντευα το πλοίο της γραμμής καθώς έμπαινε αργά-αργά στο λιμάνι κάτω απ’ τo πρώτο φώς του ήλιου που τώρα ξεπετιόταν ψηλότερα απ’ τη ράχη του βουνού, πλάταινε και σκορπούσε πάνω στη θάλασσα, τους βράχους στο απέναντι ακρωτήρι.
Ζαλιζόμουν. Για μια στιγμή -μια στιγμή μονάχα- έχασα τον κόσμο – αυτόν τον τρελλό κόσμο από τον οποίο όταν αποστασιοποιηθείς λιγάκι, τότε σου φαίνεται ακόμα πιο τρελλός απ’ ό,τι συνήθως – μια χοντρή φάρσα που έχει διαπραχθεί από ανθρώπους που δίχως να έχουν ιδέα τι να κάνουν με τη δική τους ζωή, γυρεύουν να αλλάξουν τη ζωή των άλλων.
~ ~ ~
Άναψα τη μπαταρία και άφησα το ραδιόφωνο να βρεί μόνο του ένα σταθμό. Ούτε που είχα ιδέα τι ήθελα ν’ ακούσω εκείνη την ώρα – δεν μ’ ένοιαζε κιόλας. Δεν μ’ ένοιαζε γιατί έχω πια ξεμείνει από επιθυμίες, από όνειρα, φαντασιώσεις. Αν την επομένη μου τύχαινε ένα αυτοκινιστικό και τελείωνα εκεί, “μπιγκ φάκιν ντιλ“, “νο πρόμπλεμο “…
~ ~ ~
Κοίταζα τις προάλλες κάτι παλιά τεφτέρια. Ό,τι παιδί κι έφηβος ονειρευόμουν να νοιώσω ως σήμερα, είχα την καλή τύχη να τα νοιώσω: έπαιξα, ερωτεύτηκα, διασκέδασα, σπούδασα, διάβασα, ταξίδεψα, γνώρισα ανθρώπους που αγάπησα και σεβάστηκα, έζησα όπως ονειρευόμουν να ζήσω.
~ ~ ~
Κι ακούω τότε τον Χένρυ να μου ψιθυρίζει,
“Κάποτε και η σκέψη ακόμα της παράτασης καταντά η χαμηλότερη μορφή αγνωμοσύνης“.
Αλλά ο Χένρυ αυτοκτόνησε στα 29 του σ’ ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Βαρκελώνη. Έκτοτε την σκέψη του αυτήν την αναθυμάμαι μόνο εν σχέσει προς την μοναδικότητα ορισμένων εμπειριών.
~ ~ ~
Στο ραδιόφωνο Αλεξίου, “Τα λεφτά μου όλα δίνω γι’ ένα ταγκό“…
Τα λεφτά μου όλα δίνω για μια νέα αυταπάτη που τη δύναμή της θα νοιώθω ηλίθιο κι ανόητο να ευνουχίσω και να καταστρέψω.
Τα λεφτά μου όλα δίνω να μου φυτρώσουν καινούριες κεραίες, στραμμένες σε πομπούς που εκπέμπουν μηνύματα για πράγματα, πλάσματα, δυνάμεις που δεν έχω καν υποψιαστεί πως υπάρχουν…
Γιατί έχω ξεμείνει…
~ ~ ~
- Μαλάκα, ξέρεις πόση ώρα έψαχνα πρωινιάτικατα γι’ ανοιχτό βενζινάδικο;! Κι εσύ, ρε πούστη μου, δεν κοιτάς ποτέ το κοντέρ της βενζίνης;!;!
- Να με συμπαθάς, ξεχάστηκα…





