η μ ε ρ ο δ ρ ό μ ι ο

Tα λεξόδεντρα

Νοεμβρίου 15, 2007 · 30 σχόλια

H πλατεία ήταν στολισμένη με ζεστά χρώματα που σε καλωσόριζαν. Άνθρωποι καλοζωισμένοι με μάγουλα αναψοκκοκινισμένα, τρώγαν γαλέτες και πίναν ζεστό μηλόκρασο κουβεντιάζοντας όλο έξαψη σχέδια για την βραδυνή έξοδο. Κι ας είχα μεγαλώσει σε τούτα τα μέρη, είχα έντονα την αίσθηση πως τα αντίκρυζα όλα αυτά πρώτη φορά.

Πριν χρόνια, την πλατεία την διέσχιζα με ρούχα γεμάτα μπαλωματα που κρύβαν σκισίματα κληρονομημένα απ’ τα πεσίματα στις αλάνες. Tο φαγητό ίσα που έφτανε να ξεγελάσει την πείνα ενώ, για να τα φέρνουμε βόλτα, είχαμε μετακομίσει σ’ ένα μικρότερο σπίτι. Τέσσερις σε τρία δωμάτια και σύντομα ο πατέρας αναγκαστηκε να βρεί δεύτερη δουλειά. Πριν αναλάβει το πρωί το μόνιμο πόστο του στο ταχυδρομείο, διένειμε στην πόλη την τοπική εφημερίδα. Κι έτσι ζούσαμε.

Το αβάσταχτο όμως ήταν η φτώχεια των λέξεων. Μια σειρά από ασυνήθιστα σκληρούς χειμώνες είχαν καταστρέψει εκείνη την εποχή τις λεξοκαλλιέργειες. Κι όπως οι σοδειές του σταριού και του κριθαριού, έτσι κι οι σοδειές των λέξεων δεν απόσωναν για τις ανάγκες. Λίγοι θυμούνται σήμερα εκείνα τα χρόνια. Τα παιδιά θεωρούν οτι οι λέξεις ήταν ανέκαθεν δεδομένες όπως το γάλα ή το ψωμί – δεν έχουν όμως ποτέ δει αγελάδα ή ένα σπαρμένο χωράφι… ή ένα λεξόδεντρο.

Τον τελευταίο μου χειμώνα στην πόλη, οι τιμές των λέξεων είχαν τριπλασιαστεί. Ως τότε, η μητέρα μπορούσε να αγοράζει με πίστωση από το λεξοπωλείο της γειτονιάς. Σύντομα όμως της κόψαν το φέσι. Για βδομάδες δεν είχαμε αλλάξει λέξη μεταξύ μας. Δεν είχαμε. Καθόμασταν σιωπηλοί τα μεσημέρια γύρω από το τραπέζι και τ’ απογεύματα στο σαλόνι πάλι κοιταζόμασταν αμίλητοι: κι αν θέλαμε να πούμε κάτι, δεν μπορούσαμε. Τα περασμένα Χριστούγεννα, η μητέρα είχε πουλήσει ένα μενταγιόν της γιαγιάς για να αγοράσει τέσσερα “Χρόνια Πολλά” ωστε τουλάχιστον το βράδυ της παραμονής να μπορέσουμε ν’ ανταλλάξουμε ευχές, κι ο πατέρας υπεξαίρεσε από το ταχυδρομείο μερικές άλλες. Όποιος γνώριζε την τιμιότητά του, καταλάβαινε πόσο δύσκολο ήταν για κείνον. Τό ‘κανε, για να μην αποξενωθούμε εντελώς.

Στο σχολείο τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Πώς να τα βγάλεις πέρα στο μάθημα των Αρχαίων με τις περισπωμένες και τις δασείες να πωλούνται πανάκριβα; (Κι όσο σκέφτομαι πως μερικοί ζητούν σήμερα την αποκατάσταση του πολυτονικού!) Τα μαθήματα όμως εκείνη την εποχή ουδόλως με νοιάζαν. Δική μου έγνοια ήταν μια συμμαθήτριά μου που καθόταν στο πρώτο θρανίο, ένα κοκκινόμαλλο κορίτσι από πλούσια οικογένεια που οι λέξεις δεν της έλειψαν ποτέ. Στην τάξη, έγραφε πάντα τις ωραιότερες εκθέσεις κι όταν ο καθηγητής των Νέων την σήκωνε στον πίνακα για να τις διαβάσει, τότε κρεμιόμουν ολόκληρος απ’ την φωνή της κι υπνωτιζόμουν με τις ιστορίες που έβαζε τις λέξεις της να πούν.

Τα βράδυα γίνονταν τότε βασανιστικά. Την φαντασιωνόμουν να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί λόγια  κι η ηχώ της φωνής της πότιζε το μαξιλαρι και με τύλιγε σαν αγριεμένος κισσός. Έπρεπε να τις μιλήσω – αδύνατο όμως να ζητήσω απ’ τους δικούς μου λέξεις για να το κάνω. Μόνη λύση, να βρώ δικές μου.

Ολόκληρα σαββατοκύριακα τριγυρνούσα στα λεξοχώραφα και μόλις αναχωρούσαν τα φορτηγά φορτωμένα με την σοδειά, έτρεχα να μαζέψω από χάμου όσες είχαν παραπέσει απ’ τις καρότσες τους. Άλλοτε πάλι, πηδούσα την ψηλή μάντρα της βιβλιοθήκης και σκαρφάλωνα στα δέντρα να κόψω επίθετα κι ουσιαστικά. Είχα, τότε, κι έναν φίλο στην Γερμανία, που μού ‘στελνε δέματα μ’ όμορφες λέξεις γεμάτες όμως “Sch” και “D” και “W” και Umlaut που δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Κι οι μέρες περνούσαν, κι εγω έσβυνα κι έγραφα τη δίψα μου χωρίς να μπορώ να ησυχάσω.

Μια μέρα δεν εμφανίσθηκε στο σχολείο. Πίστεψα πως ήταν άρρωστη. Δεν ήρθε ούτε την επομένη. Φαντάστηκα κάποια γρίπη. Την τρίτη προσποιήθηκα σε φίλους πως δεν είχα καν παρατηρήσει την απουσία της. Την τέταρτη, ρώτησα με δήθεν φιλικό ενδιαφέρον τους άλλους για τυχόν νέα της. Την πέμπτη, άκουσα κάτι κορίτσια που συζητούσαν πως αιφνιδιαστικά μετακόμισαν οικογενειακώς σε άλλη πόλη.

Εκείνο το βράδυ γυρνώντας στο σπίτι, τραβηξα κάτ’ απ’ το κρεβάτι το κουτί με τις λέξεις που είχα μαζέψει. Παίρνοντάς ταις στα χέρια, τις ένοιωσα πιο άδειες και πιο φτωχές κι από μένα τον ίδιο, μικρά καράβια που σταμάτησαν να ταξιδεύουν γιατί δεν είχαν πια που να ταξιδέψουν.

Και τα χρόνια πέρασαν, κι ακόμα λέξεις κυνηγώ, αν κι όχι πια από φτώχεια. Βλέπεις, σήμερα ανοίχτηκαν εργοστάσια και ποτέ ξανά δεν λείψαν απ’ τους ανθρώπους: τόμοι και βιβλία 800 σελίδων, εκατοντάδες εφημερίδες και περιοδικά με λέξεις τυπώνονται κάθε βδομάδα. Οι λέξεις πουλιούνται παντού και πάμφθηνα. Κ ομς κμιά φοά, κτφρνω και ξμν. Πσ αλθ ις μσ

~ ~ ~

Κατηγορίες: Ήχοι · Μετά τα Φυσικά · Στάσεις

30 απαντήσεις μέχρι τώρα ↓

Γράψτε ένα σχόλιο