H πλατεία ήταν στολισμένη με ζεστά χρώματα που σε καλωσόριζαν. Άνθρωποι καλοζωισμένοι με μάγουλα αναψοκκοκινισμένα, τρώγαν γαλέτες και πίναν ζεστό μηλόκρασο κουβεντιάζοντας όλο έξαψη σχέδια για την βραδυνή έξοδο. Κι ας είχα μεγαλώσει σε τούτα τα μέρη, είχα έντονα την αίσθηση πως τα αντίκρυζα όλα αυτά πρώτη φορά.
Πριν χρόνια, την πλατεία την διέσχιζα με ρούχα γεμάτα μπαλωματα που κρύβαν σκισίματα κληρονομημένα απ’ τα πεσίματα στις αλάνες. Tο φαγητό ίσα που έφτανε να ξεγελάσει την πείνα ενώ, για να τα φέρνουμε βόλτα, είχαμε μετακομίσει σ’ ένα μικρότερο σπίτι. Τέσσερις σε τρία δωμάτια και σύντομα ο πατέρας αναγκαστηκε να βρεί δεύτερη δουλειά. Πριν αναλάβει το πρωί το μόνιμο πόστο του στο ταχυδρομείο, διένειμε στην πόλη την τοπική εφημερίδα. Κι έτσι ζούσαμε.
Το αβάσταχτο όμως ήταν η φτώχεια των λέξεων. Μια σειρά από ασυνήθιστα σκληρούς χειμώνες είχαν καταστρέψει εκείνη την εποχή τις λεξοκαλλιέργειες. Κι όπως οι σοδειές του σταριού και του κριθαριού, έτσι κι οι σοδειές των λέξεων δεν απόσωναν για τις ανάγκες. Λίγοι θυμούνται σήμερα εκείνα τα χρόνια. Τα παιδιά θεωρούν οτι οι λέξεις ήταν ανέκαθεν δεδομένες όπως το γάλα ή το ψωμί – δεν έχουν όμως ποτέ δει αγελάδα ή ένα σπαρμένο χωράφι… ή ένα λεξόδεντρο.
Τον τελευταίο μου χειμώνα στην πόλη, οι τιμές των λέξεων είχαν τριπλασιαστεί. Ως τότε, η μητέρα μπορούσε να αγοράζει με πίστωση από το λεξοπωλείο της γειτονιάς. Σύντομα όμως της κόψαν το φέσι. Για βδομάδες δεν είχαμε αλλάξει λέξη μεταξύ μας. Δεν είχαμε. Καθόμασταν σιωπηλοί τα μεσημέρια γύρω από το τραπέζι και τ’ απογεύματα στο σαλόνι πάλι κοιταζόμασταν αμίλητοι: κι αν θέλαμε να πούμε κάτι, δεν μπορούσαμε. Τα περασμένα Χριστούγεννα, η μητέρα είχε πουλήσει ένα μενταγιόν της γιαγιάς για να αγοράσει τέσσερα “Χρόνια Πολλά” ωστε τουλάχιστον το βράδυ της παραμονής να μπορέσουμε ν’ ανταλλάξουμε ευχές, κι ο πατέρας υπεξαίρεσε από το ταχυδρομείο μερικές άλλες. Όποιος γνώριζε την τιμιότητά του, καταλάβαινε πόσο δύσκολο ήταν για κείνον. Τό ‘κανε, για να μην αποξενωθούμε εντελώς.
Στο σχολείο τα πράγματα δεν ήταν καλύτερα. Πώς να τα βγάλεις πέρα στο μάθημα των Αρχαίων με τις περισπωμένες και τις δασείες να πωλούνται πανάκριβα; (Κι όσο σκέφτομαι πως μερικοί ζητούν σήμερα την αποκατάσταση του πολυτονικού!) Τα μαθήματα όμως εκείνη την εποχή ουδόλως με νοιάζαν. Δική μου έγνοια ήταν μια συμμαθήτριά μου που καθόταν στο πρώτο θρανίο, ένα κοκκινόμαλλο κορίτσι από πλούσια οικογένεια που οι λέξεις δεν της έλειψαν ποτέ. Στην τάξη, έγραφε πάντα τις ωραιότερες εκθέσεις κι όταν ο καθηγητής των Νέων την σήκωνε στον πίνακα για να τις διαβάσει, τότε κρεμιόμουν ολόκληρος απ’ την φωνή της κι υπνωτιζόμουν με τις ιστορίες που έβαζε τις λέξεις της να πούν.
Τα βράδυα γίνονταν τότε βασανιστικά. Την φαντασιωνόμουν να μου ψιθυρίζει στ’ αυτί λόγια κι η ηχώ της φωνής της πότιζε το μαξιλαρι και με τύλιγε σαν αγριεμένος κισσός. Έπρεπε να τις μιλήσω – αδύνατο όμως να ζητήσω απ’ τους δικούς μου λέξεις για να το κάνω. Μόνη λύση, να βρώ δικές μου.
Ολόκληρα σαββατοκύριακα τριγυρνούσα στα λεξοχώραφα και μόλις αναχωρούσαν τα φορτηγά φορτωμένα με την σοδειά, έτρεχα να μαζέψω από χάμου όσες είχαν παραπέσει απ’ τις καρότσες τους. Άλλοτε πάλι, πηδούσα την ψηλή μάντρα της βιβλιοθήκης και σκαρφάλωνα στα δέντρα να κόψω επίθετα κι ουσιαστικά. Είχα, τότε, κι έναν φίλο στην Γερμανία, που μού ‘στελνε δέματα μ’ όμορφες λέξεις γεμάτες όμως “Sch” και “D” και “W” και Umlaut που δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω. Κι οι μέρες περνούσαν, κι εγω έσβυνα κι έγραφα τη δίψα μου χωρίς να μπορώ να ησυχάσω.
Μια μέρα δεν εμφανίσθηκε στο σχολείο. Πίστεψα πως ήταν άρρωστη. Δεν ήρθε ούτε την επομένη. Φαντάστηκα κάποια γρίπη. Την τρίτη προσποιήθηκα σε φίλους πως δεν είχα καν παρατηρήσει την απουσία της. Την τέταρτη, ρώτησα με δήθεν φιλικό ενδιαφέρον τους άλλους για τυχόν νέα της. Την πέμπτη, άκουσα κάτι κορίτσια που συζητούσαν πως αιφνιδιαστικά μετακόμισαν οικογενειακώς σε άλλη πόλη.
Εκείνο το βράδυ γυρνώντας στο σπίτι, τραβηξα κάτ’ απ’ το κρεβάτι το κουτί με τις λέξεις που είχα μαζέψει. Παίρνοντάς ταις στα χέρια, τις ένοιωσα πιο άδειες και πιο φτωχές κι από μένα τον ίδιο, μικρά καράβια που σταμάτησαν να ταξιδεύουν γιατί δεν είχαν πια που να ταξιδέψουν.
Και τα χρόνια πέρασαν, κι ακόμα λέξεις κυνηγώ, αν κι όχι πια από φτώχεια. Βλέπεις, σήμερα ανοίχτηκαν εργοστάσια και ποτέ ξανά δεν λείψαν απ’ τους ανθρώπους: τόμοι και βιβλία 800 σελίδων, εκατοντάδες εφημερίδες και περιοδικά με λέξεις τυπώνονται κάθε βδομάδα. Οι λέξεις πουλιούνται παντού και πάμφθηνα. Κ ομς κμιά φοά, κτφρνω και ξμν. Πσ αλθ ις μσ
~ ~ ~





30 απαντήσεις μέχρι τώρα ↓
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 15, 2007 στο 7:48 μμ |
Τocotronic
*Ich weiß nicht, wieso ich euch so hasse*
Novalis // Νοεμβρίου 15, 2007 στο 8:01 μμ |
Εσύ δεν έχεις λέξεις, εμείς δεν έχουμε λόγια. Φοβερό
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 15, 2007 στο 8:09 μμ |
Να ‘σαι καλά, φίλε.
fuzzy~burlesque // Νοεμβρίου 15, 2007 στο 8:09 μμ |
συγκινητικο.
(φρικτη ασθενεια η λεξιπενια)
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 15, 2007 στο 8:19 μμ |
Aκόμη πιο φρικτή, νομίζω, να έχεις (οτιδήποτε) και να μην ξέρεις τι να κάνεις (με δαύτο).
paperflowers // Νοεμβρίου 15, 2007 στο 11:08 μμ |
…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Exiled // Νοεμβρίου 15, 2007 στο 11:59 μμ |
Και πως να μιλήσεις, όταν σου μιλάνε από συνήθεια; Και πως να μιλήσεις όταν τα γραπτά σου μένουν στο συρτάρι και εκείνοι που τα ζητούσαν στο κλείσαν πάλι με βία. Κι ήθελες να τα δώσεις με τόση αγάπη.
Μόνο που, φίλε μου, εκείνες οι λέξεις ήταν ακριβές και δεν πουλιούνται. Μην το ξεχάσεις. Κράτησέ τες και δείξε τες σε φίλους. Αν έχεις τα κότσια. Τι μου θύμησες! Πως εγώ δεν τά ‘χω. Πριν από χρόνια, ποντικός στην αγορά ήμουν ακόμα, είχα αγοράσει ένα βιβλίο από φίλο βιβλιοπώλη. Στο κέντρο της πόλης που αγάπησα και μίσησα βαθειά. Ήθελα να το δωρίσω στη γιορτή της. Στο επόμενο στενό την είδα να κοιτάει αλλού με λιγωμένα μάτια. Προχώρησα και δεν ξαναμιλήσαμε από τότε. Ακόμα το έχω το βιβλίο εκείνο τυλιγμένο κι ας μη σκοπεύω να το χαρίσω πουθενά. Είναι στο πατρικό μου, κρύβεται στο πρώτο συρτάρι.
ΥΓ: Τελικά, παρά τον φόρτο εργασίας, θα με κάνεις να γράψω.
ΥΓ2: Με ρούφηξε το ποστάκι. Ήθελα να ήτανε βιβλίο, να περάσω μαζί του το βράδυ. Αλλά κι έτσι μικρό που ήτανε, με σκότωσε. “Που είναι η πανοπλία σου, στρατιώτη;”
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 1:29 πμ |
Πέιπερ,
…
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 1:46 πμ |
Έξαλλε,
“Που είναι η πανοπλία σου, στρατιώτη;”
Κάπου εδώ τριγύρω βόσκει…
Για τα υπόλοιπα που μου γράφεις, τί να σου απαντήσω;
Δεν πιστεύω να περιμένεις κουβέντα!
Απλά ακούω… και, πιστεύω, καταλαβαίνω.
υγ. Ριμέμπερ Ούλι!;
υγ2: Κοίτα τους Τoκοτρόνικ. Μετράν – Γκενερατσιονσχέλντεν…
the yellow shadowed girl // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 7:58 πμ |
κάνε τις λέξεις σου σύννεφα φορτωμένα με βροχή, αν είναι λέξεις όμορφες, αγαπησιάρικες θα τη (τους) βρουν και θα πέσουν πάνω στο πρόσωπό της (τους) σαν μια ψιχάλα νοσταλγική
αν είναι γεμάτες θυμό και απογοήτευση…
υγ: το κείμενο σου ήταν ό,τι πρέπει για μια μέρα “ζεστή”
Καλημέρα
mamma // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 9:10 πμ |
Καλημέρα.
…τι γλυκόπικρο κείμενο…
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 9:27 πμ |
Γέλο,
καλημέρα.
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 9:28 πμ |
single mamma,
κι ο πονοκέφαλος που έχω, γλυκόπικρος είναι κι αυτός
..::DeUCeD::.. » Hidden CrossWord // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 10:43 πμ |
[...] Τα Λεξόδεντρα [...]
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 10:46 πμ |
Eίσαι θεοκούζουλος!
..::DD::.. // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 10:56 πμ |
εχία κι εώγ ναέ ττέοοι μρκιό λξεόδνεροτ…
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 11:38 πμ |
Και τί απέγινε;
..::DD::.. // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 11:47 πμ |
αγριολεξόχορτα, φυτρώνουν παντού…
Χνούδι // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 6:10 μμ |
τι έχετε πάθει όλοι σήμερα? Υπεροχότατο.
Σε πεθύμησα ρε…
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 6:37 μμ |
Καλώς το απαλό κορίτσι…
Δεν έχω καλή μου πλέον μεσ-ες/ες-ενσέρια. Τα ξεπάτωσα όλα, γι αυτό δεν κουτουλιόμαστε πια εκεί.
Περνάω όμως τακτικά από τα μέρη σου. Έχει όμορφη ηρεμία τον τελευταίο καιρό. Ελπίζω να είναι αντανάκλαση.
Σε προσέχεις, ε;
Να είσαι καλά.
Απομόνωση (the mute)/ ένα όνειρο « Από το Ντεπώ στο Prenzlauer Berg // Νοεμβρίου 16, 2007 στο 11:08 μμ |
[...] Απομόνωση (the mute)/ ένα όνειρο Posted November 16, 2007 στις ομιλούσες σκιές για το εξαιρετικό τους ποστ [...]
kyriaz // Νοεμβρίου 17, 2007 στο 12:34 μμ |
Πολύ Καλό…
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 17, 2007 στο 2:01 μμ |
Μερσί.
Generationshelden (ήρωες γενιάς) « Από το Ντεπώ στο Prenzlauer Berg // Νοεμβρίου 18, 2007 στο 6:46 μμ |
[...] (ήρωες γενιάς) Posted November 18, 2007 – Τσέκαρέ τους, θα με θυμηθείς. – Είχες δίκιο. Είναι πολύ καλοί. Όσο υπερβολικός κι αν [...]
alicia // Νοεμβρίου 20, 2007 στο 9:19 μμ |
μου αρεσουν οι λεξεις σου. τις αγοραζω οσο οσο
γεια χαρα (μετα απο πολυ καιρο.να ΄ναι καλα το χνου με τα post-it εκει δεξια στο τετραδιο της)
εχω μια ερωτηση κι εγω: πως να μιλησεις οταν ξερεις οτι δε θα σε ακουσουν;
ΥΓ: καθε φορα που σε διαβαζω αποφασιζω πως πρεπει να μαθω γερμανικα!
καλησπερα σκια
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 20, 2007 στο 10:05 μμ |
πως να μιλησεις οταν ξερεις οτι δε θα σε ακουσουν;
Το κάνεις alicia γιατί το να μην το κάνεις σου είναι αδιανόητο. Πνίγεσαι μέσα σου από όλα εκείνα που θέλουν ν’ ανέβουν στα χείλη.
Καλησπέρα και σε σένα.
Νάιζ του σι γιου αγκέν
mist // Νοεμβρίου 21, 2007 στο 1:58 μμ |
πως θάλλουν οι λέξεις σου σκιά,
κι ως βογιάρο λεξημάτων σε λογίζω
πρώτο μου στάσιμο στη θύρα σου
και χαίρομαι που μπορώ να γεύομαι τις λέξεις σου…
το όμορφο μπορεί να λέει λίγα..
καλό σου απόγευμα!
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 21, 2007 στο 2:30 μμ |
Καλώς ήρθατε τότε και να περνάς όποτε το φέρνει το κέφι.
Καλό σας απόγευμα.
τίποτα // Νοεμβρίου 22, 2007 στο 7:12 μμ |
Όμορφο κείμενο, σκιές…
οι σκιές μιλάν // Νοεμβρίου 22, 2007 στο 8:03 μμ |
Σ’ ευχαριστώ, τίποτα.
Να είσαι καλά.