η μ ε ρ ο δ ρ ό μ ι ο

A Honky-Tonk Woman Under my Thumb

Σεπτεμβρίου 11, 2007 · 18 σχόλια

Σ’ ένα φίλο αληθινό που είχα τολμήσει να του μιλήσω για κείνη μού ‘πε ζήσ΄το, πάρε ό,τι σου δίνει και μη σκοτίζεσαι για τα άλλα, μην την ψάχνεις αφού είναι αλλού. Κι όμως αυτή η σκέψη κάπου με πάγωσε, με μίκρυνε. Τού απάντησα ναι, έχεις δίκιο, γιατί δεν ήξερα αν θα κατάφερνα ποτέ να του εξηγήσω την αίσθηση της παγωμένης δίψας που μ’ αφήνει πίσω του το κλείσιμο κάθε συνάντησης μαζί της.

Έκανα όμως μετά αυτό που ένοιωθα. Και πόνεσε. Πολύ.

Αλλα έτσι είμαστε εμείς, ρε! Σαν τα κουρέλια που λέγαμε τότε: αγαπάμε με πάθος τις γυναίκες που μας τρελλαίνουν τον νού κι αυτό δεν το παζαρεύουμε.

Έτσι μας αρέσει ο έρωτας, όχι στα λίγα του (Δηλαδή με σένα πώς γίνεται; Κατεβάζουμε το φερμουάρ, ξεκουμπώνουμε το παντελόνι, “παπ”, τελειώσαμε…;) αλλά στα πολλά του.

Έλα, αφού δικός μας είσαι! Σ’ έχω καταλάβει..καίει το μυαλό σου, φίλε…

Κατηγορίες: Ήχοι · Ασπρόμαυρα · Της Γυάλας

18 απαντήσεις μέχρι τώρα ↓

  • RaZzMaTaZz // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 12:20 μμ | Απάντηση

    μα αν δεν κάνεις αυτό που νιώθεις ποιος ο λόγος να την ψάχνεις γενικότερα; fuck, καλύτερα να μετανιώνεις για κάτι που έκανες παρά για κάτι που δεν τόλμησες ποτέ -και ναι ξέρω ακούγεται φρικτά κλισέ αλλά τι να κάνουμε, μια φορά ψέματα δεν είναι και ιδιαίτερα σε θέματα about love n other demons

    χωρίς την πσυχεδέλεια του να να είσαι ερωτευμένος δεν αξίζει σχεδόν τπτ. και το τι ή ποιους ερωτευόμαστε άστο δεύτερο for educational purposes. η όλη φάση είναι που μετράει τρελά. ας τοποθετήσουμε λοιπόν τους εγκεφάλους μας στο μπλέντερ and let’s vote for love που λέγαν και οι Tiamat..

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 1:00 μμ | Απάντηση

    Το πόιντ σας προωθείται. Παρακαλούμε, μην στεναχωρηθείτε πριν τον επόμενο φόνο.

    (Θα το διαβάσει ο ενδιαφερόμενος – νο γουόριζ.
    :D )

    Ας τους Tiamat να λένε. Εσύ, μικρό μου Ραζοπούλι, δεν ξέρεις πως δεν ψηφίζω αλλά “απέχω διακριτικά”;
    :P

    Aυτό ας μην το δεί οτι τό ‘γραψα ο Μηχανάκιας γιατί θα ‘χουμε πάλι άλλα..
    LaaaL

    Καλησπέρα.

    υγ. Ελπίζω να τον μάσησε τον Tom Waits το κασετόφωνο!
    ;)

  • The motorcycle boy // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 1:02 μμ | Απάντηση

    -”Της αφήνει το χέρι”. Μπορείς να πηγαίνεις.
    Δεν θα σου υπενθυμίσω το άλλο τραγούδι των Stones “Ι ain’t waiting for a lady -I just waitin’ for a friend”.
    Αλλά με βάζεις στον πειρασμό να σου παραθέσω μεταφρασμένους κάποιους άλλους στίχους:
    “η αγάπη είναι για ηλίθιους/ και όλοι οι ηλίθιοι είναι ερωτευμένοι./ Βρέχει στο σπίτι μου μόνο/ και πουθενά αλλού τριγύρω./ Η αγάπη είναι για ηλίθιους κι ο θεός ξέρει πως είμαι ένας από αυτούς/ Τα πεζοδρόμια είναι γεμάτα από μοναχικά παιδιά της αγάπης/ τα πεζοδρόμια μετανιώνουν γιατί πρέπει να τους σκοτώσουμε./ Τα πεζοδρόμια μετανιώνουν … ΤΕΛΟΣ”.

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 1:16 μμ | Απάντηση

    Ούψαλααα!

    1,000 χρόνια θα ζήσεις άνθρωπε! Το πρωί έγραφα ατάκα σου σε μέιλ – αλλά άσε με να μην την μεταφέρω κι εδώ, γιατί είναι… αυστηρώς ακατάλληλη. Διαβάζουν και ανήλικοι, μην ξεχνιόμαστε.

    Τα στιχάκια σου, μια φορά, θα τον κάνουν τον άνθρωπο κιμωλιόσκονη. Πάω στοίχημα και τα 100 σεντσια που έχω στην τσέπη μου.

    Βάλε μου κι ένα Ι’m waiting for my man από τον Λου να με αποτρελλάνεις!
    ;)

  • RaZzMaTaZz // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 1:20 μμ | Απάντηση

    if i didnt worry then something would be seriously wrong with me ;) δεν τα ‘παμε βρε; χάος! (ή αλλιώς αμηχανία, πανικός και υψοφοβία που λέγαν και οι τρύπες)

    για τη δική σου περίπτωση υπάρχει πάντα το Teonanacatl [πάλι από Tiamat βεβαίως βεβαίως] if you begin to fall και δε συμμαζεύεται..

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 1:30 μμ | Απάντηση

    Όπως έλεγε κι ο Ρένος:

    Όλα βασίζονται στο χάος κι εμείς θα το διασχίσουμε χωρίς να ρωτάμε. Η ζωή ξέρει κι εμείς… την εμπιστευόμαστε.

    Aφού το ρίξαμε στους Tiamat παρε κάτι πιο χαμηλόφωνο γιατί πρέπει να δουλέψω λίγο και με τις σκληριές του κυρίου Ντί. δεν θα συγκεντρωθώ με τίποτα.
    ;)

  • RaZzMaTaZz // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 1:47 μμ | Απάντηση

    awww
    τι τραγούδι κι αυτό (και τι ερώτηση :P )
    άιντε πάρε κι απ’ εδά μια επιλογή http://youtube.com/watch?v=sfBw0IWwO5U
    και σ’ αφήνω να δουλέψεις με την ησυχία σου!

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 2:02 μμ | Απάντηση

    Τα Κουνέλια Τραγουδάνε Ακόμα.

  • xnoudi // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 6:10 μμ | Απάντηση

    ” Κάθε πρωί μαζεύω κομμάτια, ανυπεράσπιστος στην τρυφερότητα, ευάλωτος στα παραπονεμένα μάτια, εσύ δε διεκδικείς, εσύ μου μοιάζεις, εσύ με νιώθεις δεν είναι έτσι;Πες μου ναι,το τελευταίο βράδυ φυλαγόμαστε, προσπάθειες να γίνω κακός, οι αναχωρήσεις με αβέβαιη διάρκεια κι απροσδιόριστη επιστροφή απαγορεύουν τις συναισθηματικές εξαρτήσεις, πότε προβάλλουμε έξω τον αληθινό εαυτό μας; οι τεχνικές άμυνας απαραίτητες,έχουν γίνει τρόπος ζωής, σχεδόν ξεχνάμε και οι ίδιοι την αληθινή επιθυμία να εκπέμψουμε, παίρνουμε τα παράσιτα για εκπομπή, οι λίγες στιγμές επικοινωνίας είναι όταν απομονώνουμε τον ήχο, το χώρο και κρατάμε μια φευγαλέα μάτια, μια στιγμή αδυναμίας.

    Δεν μπορούσα, δεν ήθελα να κλαίω εκείνο το τελευταίο βράδυ,καταλάβαινες άραγε πόσο άσχημα ήμουνα εκείνο το βράδυ ή νόμισες όπως την άνοιξη οτι είμαι ευτυχισμένος εραστής;Μήπως για να κερδίσουμε παίζουμε, χάνουμε κάθε νύχτα τον εαυτό μας μη ξέροντας πού θα απομείνουμε, πού θα τον ψάξουμε κι αν πρέπει, αν υπάρχει πουθενά και δεν το πιστεύουμε…

    Δεν έχω τίποτα δικό μου.Ίσως έτσι να μην ανήκω σε κανέναν όμως κι αυτό μου βάζει όρια γιατί κάνει ό,τι έχω να πω να μην εκφράζεται.Γιατί όταν σε θέλω στις 4 τη νύχτα σε μια βόλτα ξαφνικά δε σε ψάχνω…”

    Ροκ Μυθιστόρημα – Άρης Σαρτάς

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 7:18 μμ | Απάντηση

    Οι τελευταίες μέρες ήταν από κείνες που σου δείχνουν τη ζωή βουνό. Θα μπορούσε να της μιλήσει μονοκόμματα, σπάζοντας και πληγώνοντας και χαλώντας την ειλικρίνειά της που ήταν το καλύτερο πράγμα που είχε απ’ αυτήν μετά την ζεστασιά της. Κι αν είχε την δύναμη να βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά, αν το ήθελε, θ’ αφηνόταν ίσως. Μα δεν μπορούσε. Είναι πάντα αυτή η ανάγκη να σωθεί κάτι. Ίσως να τό ‘κανε για τον εαυτό του. Δεν ήταν σίγουρος, δεν είχε άλλωστε και πολύ σημασία. Αυτό που βάραινε ήταν πως τότε που την είχε απέναντί του και χρειαζόταν να της μιλήσει, βουτούσε ολόκληρος σε μια παράλυση. Παρέλυε μέσα σε ασχημάτιστες κι αξεχώριστες εικόνες από στιγμές που είχε κάποτε δίπλα της. Δεν ανέσαινε τότε. Έπρεπε να τιναχτεί μακρυά της για να μην χαθεί για πάντα μέσα της.

    - Θα σ’ την χρωστώ την εξήγηση…

    Αυτό μόνο μπόρεσε να της ψελλίσει. Κι έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω του.

  • Drunk & Deuced // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 10:06 μμ | Απάντηση

    Το σπίτι του φαινόταν άδειο κι οι φίλοι τόσο μακριά. Έτσι, στα καπάκια, πήγε στο ξενυχτάδικο της πλατείας. Πέρασαν πολλά σφηνάκια από το -μέχρι πρότινος- στεγνό του λαρύγγι μέχρι που στέγνωσαν τα -μέχρι πρότινος- υγρά του μάτια.

    - «Μήπως έχεις φωτιά?», τον ρώτησε η γκαρσόνα με τα -μέχρι πρότινος- υγρά σαρκώδη χείλια της νιώθοντας, εδώ και κάμποση ώρα, το -μέχρι πρότινος- στεγνό μουνάκι της υγρό. Αυτή άλλωστε ήταν και η μόνη αδυναμία της αδύνατης γκαρσόνας, να βλέπει άντρες με υγρά μάτια στη μπάρα.

    - «Δεν… θυμάμαι», απάντησε με αληθινή δυσκολία και μεθυσμένη ευωδιά την μόνη αλήθεια που δεν είχε ποτέ του αντιληφθεί. Κι όμως, ένιωθε τόσο αληθινός όταν θυμόταν, που του φαινόταν σχεδόν σαν ψέμα.

    - «Δε πειράζει, άλλωστε κουβέντα ήθελα», ξεστόμισε εκείνη σε κείνον με κείνο το ψεύτικο χαμόγελο πονηριάς που ‘χουν όλες οι αληθινές γκαρσόνες όταν κάνουν τα γλυκά μάτια σε πελάτες που -μέχρι πρότινος- είχαν τα δικά τους μάτια υγρά.

    - «Είμαι σχεδόν χάλια», αντήχησε από μέσα του μια αδυνατισμένη φωνή, καταλαβαίνοντας πως –μέχρι πρότινος- πράγματι δεν ήταν καλά, νιώθοντας το –σχεδόν- καστανό βυθό της γκαρσόνας καρφωμένο στα –σχεδόν- δικά του μάτια.

    Σχεδόν όμως μέχρι πρότινος. Γιατί τώρα ένιωθε πως σίγουρα ο βυθός της ήταν καστανός, τόσο αληθινά και βαθιά καστανός, όσο περίπου δικά του ήταν τα μάτια. Άλλωστε, τόσο κάνει κάποιος για ν’ αποκτήσει δικά του μάτια. Περίπου ένα χρόνο. Κι όσο κρατήσουν. Και φαίνονται τόσο μα τόσο αληθινά… σχεδόν σαν ψέμα…

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 11, 2007 στο 11:05 μμ | Απάντηση

    Το δωμάτιο άδειο και τα στόρια χαλασμένα. Το νυχτερινό φώς έμπαινε από το παράθυρο και φώτιζε τις σιλουέτες τους καθώς κυλιόντουσαν αγκαλιασμένες στο πάτωμα. Ήταν από πάνω της. Βύθιζε βαθειά στο στόμα της την γλώσσα του, έβρισκε τη δική της και τυλιγόταν γύρω της όπως ο κισσός στο κάγκελο.

    - Έλα μέσα μου…

    του είπε όλο ερεθισμό, μα εκείνος δεν αντέδρασε. Κατέβασε τότε τα χέρια της στην πλάτη του, τα έφερε μπροστά πάνω απ’ την κοιλιά του κι έκανε να του λύσει την ζώνη. Εκείνος, τινάχτηκε πίσω σαν ελατήριο.

    - Τί έπαθες;
    - …
    - Τί;
    - …

    Τον πλησίασε διστακτικά κι έφερε το κεφάλι του στο πλάι του λαιμού της. Αρχισε να αναπνέει το άρωμα καρύδας απ’ το αφρόλουτρό της.

    - Την νοιώθεις;

    τον ρώτησε, κι έβαλε το χέρι του πάν’ απ’ το στήθος της. Η ανάσα της ήταν τώρα κοφτή και το ταμπούρλο της καρδιάς της κτυπούσε σε κάποιον πρωτόγονο ρυθμό.

    - Ναι…
    - Σε περίμενε.
    - …

    Τα χέρια της πέρασαν κάτ’ απ’ την μπλούζα του. Ήταν παγωμένα. Ανατρίχιασε. Καθώς άρχισαν να ανεβοκατεβαίνουν την σκάλα των πλευρών του, ολόκληρο το κορμί του τεντώθηκε πάνω ψηλα απ΄ το ρίγος. Έκείνη έφερε τα χείλη της στον λαιμό του. Τα νοιωσε ολόζεστα να σβύνουν πάνω του το αλκόολ και τα τσιγάρα της βραδυάς.

    Ένοιωσε τον ερεθισμό του πάνω στην κοιλιά της. Ήξερε.

    - Ας το να γίνει.
    - Όχι.
    - Γιατί…;

    Πήρε στη χούφτα του το χέρι της και το ‘βαλε πάνω απ’ το αριστερό του στήθος.

    - Γιατί εδώ δε σε περίμεναν… Καταλαβαίνεις;

    Τραβήχτηκε απότομα προς τα πίσω κι ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο. Έφτιαξε τα μαλλιά της κι έβγαλε απ’ την τσάντα ένα πακέτο. Άναψ’ ένα τσιγάρο και ξεφύσησε νευρικά τον καπνό. Του έριξε μια κλεφτή ματιά. Έκανε να της χαμογελάσει. Καθώς όμως έπαιρνε να σχηματιστεί το χαμόγελο, εκείνη τίναξε το τσιγάρο της πάνω του.

    - Άει γαμήσου ρε μαλάκα…

    Έσκυψε μάζεψε τα πέδιλά της και βγήκε απ’ το δωμάτιο. Λίγες στιγμές αργότερα έφτασε στ’ αυτιά του το βρόντηγμα της εξώπορτας.

  • RaZzMaTaZz // Σεπτεμβρίου 12, 2007 στο 1:11 πμ | Απάντηση

    αυτό το τελευταίο ξεπερνάει σε φρίκη και τον Χελρέιζερ.-

  • The motorcycle boy // Σεπτεμβρίου 12, 2007 στο 8:41 πμ | Απάντηση

    Εδώ μέσα κάνετε ποίηση -αποχωρώ.
    Τα στιχάκια στα έβαλα μεταφρασμένα για να μη βρεις από ποιον είναι χεχε.
    Υ.Γ.: “Ε, λευκό αγόρι τι κάνεις σε αυτή την πόλη;/ Ε, λευκό αγόρι θαρρώ πως γυροφέρνεις τη γυναίκα μου” Λοϊσιος Διαβασμένος

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 12, 2007 στο 10:26 πμ | Απάντηση

    Ραζ-

    δεν ξέρω κανέναν που να μην του έχει συμβεί κάτι τέτοιο.
    Ανθρώπινο δεν είναι;

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 12, 2007 στο 10:34 πμ | Απάντηση

    Είχα έναν φόβο από ποιον μπορεί να είναι γι αυτό τους έψαξα λίγο και… έλεος ρε!

    Μου τραγουδάς εδώ μέσα τον ακατονόμαστο;!:!
    LaL

    Βαθειά στο δάσος, λέει!
    Μάλλον την Πελ/νησο θα έχει στο μυαλό του.
    :P

  • RaZzMaTaZz // Σεπτεμβρίου 12, 2007 στο 10:44 πμ | Απάντηση

    γιατί, ποιος είπε οτι η πραγματική φρίκη κρύβεται στα πλοκάμια του Κθούλου και τις γλίτσες του Σουμπ-Νιγκουράθ?

    it’s in the people, baby..

  • οι σκιές μιλάν // Σεπτεμβρίου 12, 2007 στο 11:15 πμ | Απάντηση

    Ooook, hun!

Γράψτε ένα σχόλιο